






Study with the several resources on Docsity
Earn points by helping other students or get them with a premium plan
Prepare for your exams
Study with the several resources on Docsity
Earn points to download
Earn points by helping other students or get them with a premium plan
the association of ancient apocalyptic traditions and how they were used to construct crises
Typology: Lecture notes
Uploaded on 10/03/2023
1 document
1 / 12
This page cannot be seen from the preview
Don't miss anything!







Το Χρονικό του Τέλους: Καταστροφές και Αποκαλυπτικές Παραδόσεις από την Αρχαιότητα ως το 1922 Εύα Αναγνώστου-Λαουτίδη Macquarie University, Sydney Εισαγωγή Η παρούσα εισήγηση αποτελεί μια συνοπτική ιστορική αναδρομή στις πρακτικές και τα μοτίβα σκέψης με τα οποία οι αρχαίες κοινωνίες περιέγραψαν και αντιμετώπισαν καταστροφές κάθε λογής. Στόχος μου είναι να υπογραμμίσω τη διαμόρφωση μιας σειράς ιδιαίτερων παραδόσεων από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας που συνδυάζουν δυναμικά τις παγανιστικές μεθόδους πρόληψης καταστροφών, οι οποίες κατά κανόνα περιλαμβάνουν χρησμούς, οράματα, και προφητείες ex eventu (δηλαδή προφητείες που προσπαθούν να εξηγήσουν μια καταστροφή μετά το γεγονός), με την Ιουδαική και αργότερα με την πρώιμη Χριστιανική εσχατολογία, τις προβλέψεις δηλαδή για τη συντέλεια του κόσμου. Η βαθιά ριζωμένη ανάγκη του ανθρώπου για ασφάλεια τον οδηγεί όχι μόνο στη μελλοντολογία, προκειμένου να πετύχει μια αίσθηση ελέγχου των συνθηκών διαβίωσής του, αλλά και στην τάση να εμπλουτίζει τον πολιτισμικό του ορίζοντα με τη σοφία και εμπειρία γειτονικών λαών καθώς και με νεωτερικές ιδεολογίες, θρησκευτικές και φιλοσοφικές. Ο συγκρητισμός, λοιπόν, είναι έντονος στην ιστορική εξέλιξη των αποκαλυπτικών παραδόσεων (πρβλ. Gatti 2016, 80), είτε θεωρήσουμε ότι ο όρος αναφέρεται στην ένωση κοινοτήτων, κατά τη χρήση του Πλουτάρχου ( Ηθικά 490 b) στην οποία περίπτωση εννούμε τις εμπειρίες που μας ενώνουν ως ανθρώπους εν όψει των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε, είτε αναφέρεται στην ένωση «εν όψει ενός κοινού εχθρού», κατά τη χρήση του κατά πολύ μεταγενέστερου εγκυκλοπαιδικού λεξικού, Ἐτυμολογικὸν Μέγα (χρον. 1150, s.v. ΣΥ 732.55), όπου κοινός εχθρός είναι ότι απειλεί την έννοια ασφάλειας που επιδιώκουμε. Καταστροφές και Μελλοντολογία στην Αρχαιότητα Οι ανθρώπινες κοινωνίες πάντα είχαν να αντιμετωπίσουν μια σειρά από προκλήσεις οι οποίες όμως κατά καιρούς οξύνονταν και οδηγούσαν σ’αυτό που συχνά σήμερα ονομάζουμε «κρίση:» κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, περιβαλλοντολογικές και κάθε τύπου κρίσεις ιστορικά ανάγκαζαν τους ανθρώπους να αναθεωρήσουν τον τρόπο ζωής τους, άλλοτε σε μερικό βαθμό και άλλοτε ριζικά, άλλοτε σε προσωπικό κι άλλοτε σε συλλογικό επίπεδο. Κοινότητες ολόκληρες, για παράδειγμα, κατακερματίστηκαν εξαιτίας πολέμων, λοιμών, ξηρασίας, σεισμών και άλλων καταστροφών που τους έφερναν αντιμέτωπους με την πραγματικότητα της απώλειας και των συναισθημάτων που τη συνοδεύουν (φόβο, οργή, θλίψη, απελπισία κτλπ) για τα υλικά αγαθά που χάθηκαν αλλά κυρίως για τον παλιό τρόπο ζωής και τις ανθρώπινες σχέσεις που τον καθόριζαν. Σε τέτοιες συνθήκες το παρελθόν ιδανικοποιείται σε σχέση με την ένδεια του παρόντος και την ανάγκη να ξανασυσταθεί η κοινωνία και η συνειδησιακή ταυτότητα του ατόμου στα πλαίσια αυτής από την αρχή, είτε στην ίδια γεωγραφική περιοχή είτε αλλού (λόγω εξορίας, αναγκαστικής μετακίνησης ή μετανάστευσης). Συνεπώς, μια επόπονη διαδικασία επαναπροσδιορισμού του ατόμου, του συνόλου και των μεταξύ τους σχέσεων ξεκινά. Κι ενώ η νοσταλγία για το χαμένο παρελθόν μπορεί να λειτουργήσει θετικά ως το απόθεμα από το οποίο αντλούν τα θύματα όποιας καταστροφής αντοχή, αισιοδοξία αλλά και πολιτισμικά εφαλτήρια που τους καθοδηγούν στη διαδρομή ανάκαμψης κι επαναπροσδιορισμού, μπορεί επίσης να αποτελέσει τροχοπέδη στην επίτευξη πραγματικής προόδου κι επανένταξης. Τέτοιες εμπειρίες σχετίζονται ιδιαίτερα με το σύγχρονο φαινόμενο της μετανάστευσης, εκούσιας και πολύ περισσότερο ακούσιας, και απασχολούν τον κλάδο της ψυχανάλυσης (π.χ. Lijtmaer 2022; Dajani 2018; cf. Papadopoulos 2021), αν και τα ωμά συναισθήματα που καταρακώνουν το συνειδησιακό ορίζοντα των ανθρώπων όταν βιώνουν ριζικές και απότομες καταστροφές έχουν αποδοθεί στην ποίηση από αρχαιοτάτων χρόνων. Φανερά παραδείγματα αποτελούν οι στίχοι του Αρχίλοχου που θρηνεί την απώλεια της πολιτικής του ταυτότητας στην απομόνωση της εξορίας (ποίημα 130b, δες Romney 2019), το όραμα του Βεργίλιου που ευελπιστεί να γιατρέψει το τραύμα της εμφύλιας σύγγρουσης μέσα από την απλή ζωή των γεωργών ( Εκλογή 1, 5, Γεωργικά 4, δες Αναγνώστου-Λαουτίδη 2016 και 2023 για τη διεθνή βιβλιογραφία), και επίμονη νοσταλγία για τη Ρώμη που στοιχειώνει τους στίχους του Οβίδιου που
αδυνατεί να συμφιλιωθεί με τη ζωή του εξόριστου στους αφιλόξενους Τόμους, ένα λιμάνι στις εκβολές του Δούναβη στη Μαύρη Θάλασσα ( Tristia , Epistulae ex Ponto , δες Curtis 2015). Απαραίτητο στάδιο στην πορεία επαναπροσαρμογής όμως είναι και η απόδοση ευθυνών για την καταστροφή, κι εδώ κατά κανόνα οι άνθρωποι τείνουν να στρέφονται προς το θείο μια που η αρχική σύσταση της ανθρώπινης κοινωνίας θεωρείται αποτέλεσμα θείας βούλησης. Οι Βαβυλώνιοι, για παράδειγμα, πιστεύαν ότι η τύχη της πόλης τους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την εύνοια των θεών προς το βασιλιά τους την οποία ο βασιλιάς έπρεπε να διατηρεί με συστηματικές αποδείξεις ευσέβειας προς τους θεούς; κατά συνέπεια οι πόλεμοι, οι λιμοί και άλλες καταστροφές ήταν αποτέλεσμα θεικής οργής (δες Mander 2016). Οι θρήνοι για την πτώση μεγάλων πόλεων της αρχαίας Μεσοποταμίας, όπως η Ουρούκ ή η Νιπούρ, επηρέσαν το βιβλίο των Θρήνων της Παλαιάς Διαθήκης (δες Kramer 1963, 297 και Samet 2014) που μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ενοχής με την οποία οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις καταστροφές. Στους Θρήνους που αποδίδονται στον προφήτη Ιερεμία (δες Kalman 2019) και που μεταφράστηκαν στα Ελληνικά τον δεύτερο π.Χ. αιώνα με πρωτοβουλία του Πτολεμαίου του Δευτέρου του Φιλάδελφου, διαβάζουμε (3.40-42): ἐξηρευνήθη ἡ ὁδὸς ἡμῶν καὶ ἠτάσθη καὶ ἐπιστρέψωμεν ἕως κυρίου ἀναλάβωμεν καρδίας ἡμῶν ἐπὶ χειρῶν πρὸς ὑψηλὸν ἐν οὐρανῷ ἡμαρτήσαμεν ἠσεβήσαμεν καὶ οὐχ ἱλάσθης Ας ψάξουμε και ας εξετάσουμε την πορεία μας, και ας επιστέψουμε στον Κύριο. Ας σηκώσουμε την καρδιά μας με τα χέρια μας προς τον Θεό στον ουρανό. Έχουμε αμαρτήσει και υπήρξαμε ασεβείς και δεν μας το έχεις συγχωρήσει. Η ιδέα για την θεική παρέμβαση προκειμένου να τιμωρήσει την αθρώπινη ασέβεια συναντάται στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς ήδη από τον Ησίοδο ο οποίος πιθανόν να γνωρίζει την παράδοση του Κατακλυσμού με τον οποίο ο Δίας τιμωρεί τις πρώτες γενιές των ανθρώπων (δες αναφορές στο Δευκαλίωνα στον Κατάλογο Γυναικών , απόσπ. 3 και 5, ), και ο οποίος προβλέπει τη σταδιακή φθορά της ηθικής τους που θα επιφέρει τον αφανισμό τους και το τέλος της εποχής του Γένους του Σιδήρου ( Έργα και Ημέραι 173-201). Σ’αυτό το πλαίσιο αντίληψης, λοιπόν, στο οποίο ο άνθρωπος τιμωρείται όταν είτε εσκεμμένα είτε κατά λάθος αστοχεί (ἁμαρτάνει) στη συνεπή επίδειξη σεβασμού που οφείλει στο Θεό ή στους θεούς και τους νόμους Του/τους, η μελλοντολογία γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής και θρησκευτικής ζωής (Dillon 2017; Nissinen 2017). Ο κεντρικός ρόλος του μαντείου των Δελφών στις Ιστορίες του Ηροδότου, για παράδειγμα, ή οι φήμες ότι η Αθηναίς, μάντισσα από τις Ερυθρές όπου έδρασε και η περίφημη Σίβυλλα, προφήτευσε την επιτυχία της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Καλλισθένης FGrH 124 F 14, Στράβωνας 14.1.34; επίσης δες Stoneman 2011, 77 κ.ο.κ.) έρχονται να υπογραμμίσουν τον καθοριστικό ρόλο των αρχαίων μαντείων στον τρόπο που οι Έλληνες και μετέπειτα οι Ρωμαίοι αντιλαμβάνονταν την παρέμβαση των θεών στην ιστορική εξέλιξη. Η παράδοση της Σίβυλλας αποκτά ιδιαίτερο ρόλο στην Αινειάδα του Βεργιλίου όπου η Σίβυλλα της Κύμης στην Κάτω Ιταλία οδηγεί τον Αινεία στον Κάτω Κόσμο προκειμένου να λάβει αποφασιστικό χρησμό για τη επιτυχία της αποστολής του και τη μελλοντική δόξα της Ρώμης ( Αινειάδα 6.42 κ.ο.κ, Parke 1988, 79), ενώ στο τέταρτο ποίημα των Εκλογών ο Βεργίλιος επεξεργάζεται τον Ησιοδικό μύθο των πεντε γενών και καταλογίζει στη Σίβυλλα το χρησμό που προβλέπει μια δεύτερη Χρυσή Εποχή, τώρα εμπλουτισμένη με την ιδέα του Μέγα Ενιαυτού που αναφέρεται σε μια κοσμική περίοδο στο τέλος της οποίας η κόσμος επαναλαμβάνεται και που συσχετίστηκε με το Δημόκριτο και τον Πυθαγόρα (π.χ. Ηράκλειτος 22 Α13DK; Θεόφραστος Β90 DK; Διόδωρος Σικελιώτης; Αέτιος Placita Philosophorum 2.32.3-4; Λαέρτιος 9.47; Σιμπλίκιος Φυσικά 158.1 ; πρβλ. Εύδημος Φυσικά B.3fr.51). Παράλληλα οι Ρωμαίοι έτρεφαν μεγάλο σεβασμό και για τα βιβλία της Σίβυλλας τα οποία σύμφωνα με την παράδοση είχε διασώσει μια γριά μάντισσα από την Ετρουρία και τα οποία οι Ρωμαίοι είχαν εμπιστευτεί στα δεκαπέντε μέλη ενός κολλεγίου πολιτών με ιερατικά καθήκοντα (Quindecimviri sacris faciundis). Το κολλέγιο συμβουλεύονταν τα
Βέβαια τώρα πια η ύστερη αρχαιότητα δεν είναι ένας παραμελημμένος επιστημονικός κλάδος. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει επιδοθεί σε μια σειρά αποτιμήσεων της διαννόησης και των κοινωνικo-πολιτικών διεργασιών της περιόδου με έμφαση όχι μόνο στην αντικατάσταση του αρχαίου κλασσικού πλουραλισμού με τη θεοκρατία (που στην ουσία φαίνεται να αναιρεί την ανεξιθρησκεία που πρώτος διακήρηξε ο Κωνσταντίνος το 313 μ.Χ.) αλλά και στην έντονη, σχεδόν θρασεία, τάση αναθεώρησης όλων των δεδομένων των προηγούμενων εποχων. Στο πλαίσιο αυτό είναι πολύ σημαντικό να αναγνωρίσουμε την αγωνία της Εκκλησίας να οργανωθεί και να αποκτήσει δογματική συνοχή, μια προσπάθεια που ενέχει συνεχή και συστηματική μελέτη των αρχαίων φιλοσοφικών παραδόσεων, ιδιαίτερα του Νεοπλατωνισμού. Επίσης σημαντικό όμως είναι να αναγνωρίσουμε τη νεα δυναμική που αποκτούν οι διαπολιτισμικές επαφές στο γεωγραφικό χώρο που καταλαμβάνει η ανατολική Ρωμαική Αυτοκρατορία δεδομένης της Ιουδαικής βάσης του Χριστιανισμού, και των νέων εχθρών που κάνουν αισθητή την παρουσία τους στα βόρεια και ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Αρχής γενομένης με τον Umberto Eco ο οποίος αναφέρεται στο Postscript του διάσημου μυθιστορήματός του στην ύστερη αρχαιότητα ως τη μεταμοντέρνα περίοδο της κλασσικής περιοδου, ο μεταμοντερνισμός είναι προς το παρόν η κύρια θεωρητική προσέγγιση για κάθε «ύστερη» εποχή. Μήπως δεν παρουσιάζεται η ιστορία της Μοντέρνας Ελλάδας από πολλές απόψεις ως μια ύστερη περίοδος της αίγλης του Βυζαντίου? Φυσικά οφείλουμε να λάβουμε υπόψην την πιθανότητα ότι όχι μόνο ο μεταμοντερνισμός καθορίζει την ύστερη αρχαιότητα και κάθε ύστερη περίοδο, αλλά ότι και ίδιος ο μεταμοντερνισμός έχει καθοριστεί από τα χαρακτηριστικά της ύστερης αρχαιότητας. Για να αποφυγουμε όμως να μιλάμε για παθογένεια του τύπου που αναφέρει συχνά ο Στέλιος Ράμφος, προτείνω ενα βημα παραπερα μεθοδολογικα και ένα νέο θέμα που θα μας βοηθησει να κατανοησουμε πιο αντικειμενικα ισως τις αποκαλυπτικές παραδόσεις της ύστερης αρχαιότητας. Αν δεχτούμε πώς κάθε εποχή βασίζει τον αυτοπροσδιορισμό της σε γνώριμα σύμβολα, και σε ιδέες με συγκεκριμένα πολιστισμικά φορτία τις οποίες αναπλάθει δημιουργικά, τότε όταν μελετάμε το φόβο των ανθρώπων για το τέλος του κόσμου είναι λογικό να αναζητούμε τα σύμβολα και τις μεταφορές που πρωτοστατούν σε κάθε περίοδο και καθε προσπάθεια ενδοσκόπησης ή ενατένισης που μας έχει διασωθεί. Επομένως μεθοδολογικά προσπερνούμε τη δυσκολία του μεταμοντερνισμού να διαχειριστεί τα σύμβολα και κινούμαστε περισσότερο στο χώρο της γνωσιακής φαινομενολογίας. Κατα τη γνώμη μου, τα αποκαλυπτικά κείμενα της ύστερης αρχαιότητας απεικονίζουν τις ανθρώπινες συνειδήσεις των καιρών τους. Βέβαια δεν είναι εύκολο να μιλήσουμε για τις εμπειρίες μας και για το πως καθορίζουν τη συνείδησή μας ιστορικά. Η απόκτηση γνώσης για το μέλλον, δεδομένου ότι οι ανθρώπινες συνθήκες είναι απρόβλεπτες και συχνά οδυνηρές, βρίσκεται στη βάση κάθε προσπάθειας να το μαντέψουμε – αλλά για να κάνουμε το μέλλον απτό κατά κανόνα επικυρώνουμε τις όποιες προφητείες με εικόνες, πρόσωπα, και παραδόσεις από το παρελθόν (η μέθοδος είναι γνωστή ως vaticinium ex eventu ). Αυτή η τάση είναι ιδιαίτερα φανερή στον τρόπο με τον οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος επιδιώκει συστηματικά να εντάξει τις Σιβυλλικές προφητείες στη χριστιανική παράδοση, παρότι αρχικά οι Χριστιανοί καταδικάζουν τη Σίβυλλα καθώς και όλη την παγανιστική παράδοση των μαντείων και των χρησμών. Γιατί όμως η Σιβυλλική παράδοση γίνεται τόσο δημοφιλής με τους Χριστιανούς, έστω και με αυτοκρατορική ενθάρρυνση? Η Σίβυλλα αναφέρεται για πρώτη φορά στον Ηράκλειτο ως μάντισσα με θεική σοφία που αντιτίθεται στις εξάρσεις και προκαταλήψεις των πολλών. Γνωρίζουμε για τη Σίβυλλα της Ερυθραίας στη Μικρά Ασία, της Κύμης στην Εύβοια αλλά και στη Νότια Ιταλία, που πάντα μιλούσαν σε καιρούς κρίσης, όπως για παράδειγμα κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή όταν ο Βεργίλιος φαντάζεται τον Αινεία να ιδρύει τη Νέα Τροία στη Ρώμη. Οι Σιβυλλικοί χρησμοί ήταν πολύ σημαντικοί για τους Ρωμαίους και γι΄αυτό ο Βεργίλιος παρουσιάζει τη Σίβυλλα ως την οδηγό του Αινεία σ’ενα αλλόκοσμο ταξίδι κατά το οποίο θα λάβει χρησμό για το λαμπρό μέλλον της Ρώμης. Από την Ελληνιστική περίοδο και ένθεν η Ελληνο-ρωμαική Σιβυλλική παράδοση συνδυάζεται με Εβραικές παραδόσεις στις οποίες υιοθετείται μια νέα, πιο γραμμική αντίληψη της
ιστορίας στην διάρκεια της οποίας διαφοροι λαοί με τη σειρά αναλαμβάνουν την κυριαρχία του κόσμου. Ετσι στο τέταρτο βιβλίο των Σιβυλλικών προφητειών, που γράφτηκε τον πρώτο αιώνα κι επομένως είναι παράλληλο με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, ακούμε για τα Τέσσερα Βασίλεια που επίσης χωρίζονται σε 10 γενιές, με τελευταίο το βασίλειο της Ρώμης – τα τέσσερα βασίλεια αναφέρονται επίσης στο εβραικό βιβλίο του Δανιήλ. Αυτά τα Σιβυλλικά βιβλία γράφονται με σκοπό να καταδικάσουν τους ξένους βασιλιάδες και να προβλέψουν το άδοξο τέλος τους και την ακόλουθη δικαίωση των Εβραίων. Τα δε Σιβυλλικά βιβλία που γράφονται αργότερα από Χριστιανούς συγγραφείς επικεντρώνονται στο τέλος της ιστορίας με προορισμό την Τελική Κρίση και τη Δευτέρα Παρουσία. Επομένως, η Σιβυλλική παράδοση μπορούσε να ενσωματώσει τη Χριστιανική εσχατολογία και το ρόλο του θεού στην ιστορία. Επιπλέον επέτρεπε άνετα στους Χριστιανούς να χρησιμοποιούν το πλούσιο υλικό της Βίβλου για το συμβολισμό των νέων προφητειών. Ο δεύτερος λόγος που εξηγεί τη δημοφιλία των Σιβυλλικών χρησμών στους Χριστιανούς είναι η ερμηνεία πολιτικών γεγονότων ως ενδείξεις της θείας πρόνοιας. Η ιστορία καταγράφει πια τη σχέση των ανθρώπων με το θεό, με απώτερο σκοπό να εκπληρωθεί το θεικό σχέδιο για τον κόσμο. Ας μην ξεχνάμε ότι ως αντίδραση του έντονου ρόλου της Εκκλησίας στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας, τον τέταρτο αιώνα ένα σημαντικό κύμα μοναχισμού επιμένει ότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι προσωπική υπόθεση και δεν έχει σχέση με κοσμικές μορφές εξουσίας- ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε. Ο Μέγας Κωσταντίνος, λοιπόν, ήταν εμφανώς επηρεασμένος και από το Λακτάντιο, που αναφέρει τις Σιβυλλικές προφητείες 57 φορές στο βιβλίο του Περί θείων Θεσμών, αλλά και από το Βεργίλιο και τη χρήση της Σίβυλλας στην Αινειάδα και το τέταρτο ποίημα των Εκλογών. Έτσι, στο Λόγο του προς το Σύλλογο των Αγίων ο Κωνσταντίνος παρουσιάζει τον ίδιο το Βεργίλιο και τη Σίβυλλα ως μάρτυρες της εύνοιας που απολαμβάνει από το Χριστιανικό θεό (18.18 και 19-21). Με τον Κωνσταντίνο ξεκινάει μια Χριστιανική αυτοκρατορία και μια νέα χρυσή εποχή, όπως αυτή που προέβλεψε ο Βεργίλιος στην τέταρτη εκλογή του και αυτή που περιγράφει ο Ευμένης στο πανηγυρικό του (που χρονολογείται το 297/298). Ο τρόπος με τον οποίο ο Χριστιανικός θεός εμπιστεύεται στον Κωνσταντίνο τη βασιλεία εν ονόματί του και στο όνομα της Αγίας Τριάδας, υποστηρίζεται ένθερμα από τον Ευσέβιο, το βιογράφο και εγκωμιαστή του Κωνσταντίνου, αλλά και από τους συγγραφείς μιας σειράς πανηγυρικών λόγων στα Λατινικά, κυρίως στον ανώνυμο πανηγυρικό 6.7 (παρ. 21.5) του 310 και τον ανώνυμο πανηγυρικό 12.9 του 313 όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στο Εν Τούτω Νίκα σημάδι που προέβλεπε τη Νίκη του Κωνσταντίνου υπό την αιγίδα του Χριστιανικού θεού στη μάχη της Μιλβίας. Εφόσον όμως ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία αποκαλυπτική, η αρχή δεν είναι παρά η αρχή του τέλους. Το βασικό πρόβλημα όμως με μια τέτοια θεώρηση της ιστορίας είναι ο παθητικός ρόλος του ανθρώπου σ’αυτή. Στα χρόνια του Κωνσταντίνου ο ίδιος ο Ευσέβιος προτίμησε να αναφερθεί στον αυτοκράτορα ως φίλο του θεού ( Laus Constantini 1.6, 2.1-4, 5.1, 5.4; Vita Constantini 1.52.1, 3.1.1, 4.46; cf. 1.13) και όχι ως Άνθρωπο του θεού προκειμένου να αποτρέψει μια μεσσιανική αντίληψη του Κωνσταντίνου που θα έπειθε τους υπηκόους του ότι το τέλος του κόσμου πλησίαζε. Ακόμη και η Αποκάλυψη του Ιωάννη δε διεκδίκησε έυκολα ρόλο στον εκκλησιαστικό κανόνα κι ο Ευσέβιος είναι προσεκτικός στον τρόπο που κάνει αναφορές στο έργο αυτό. Στο σημείο αυτό θα εισάγω πια τη νέα θεματικη ώστε να μιλήσουμε για το ρόλο του ανθρώπου στην προκαθορισμένη από το θεό εσχατολογία. Εφόσον η αυτοκρατορία είναι αναπόσπαστο κομμάτι του θεικού σχεδίου, οι τρόποι διακυβέρνησής της εκφράζουν διαφορετικές φάσεις αυτού του σχεδίου. Οι ήττες του Βυζαντίου τον έκτο και τον έβδομο αιώνα προβληματίζουν τους υπηκόους που κινδυνεύουν ανελέητα να σκοτωθούν ή να βασανιστούν φριχτά υπερασπίζοντας τις πόλεις τους, αλλά και να υποφέρουν από φτώχια, αρρώστιες, και προσφυγιά. Ο δυισμός των αποκαλυπτικών παραδόσεων (με τους καλούς χριστιανούς και τους κακούς αντιπάλους τους ξεκάθαρα μοιρασμένους σε αντίπαλα στρατόπεδα) φαίνεται να κλονίζεται όταν οι Βυζαντινοί έρχονται αντιμέτωποι με την αυτοκρατορία των Σασανιδών και μετέπειτα με τους Μουσουλμάνους Άραβες που φτάνουν στα τείχη της Κωνσταντινούπολης το 717/718. Σ’αυτό το
εκκλησία είναι μια μυστικιστική κοινότητα που επιλέχθηκε να κοινοποιήσει το θείο φως (το Χριστό δηλαδή και τη δράση του) σε όλα τα μέλη της εκκλησίας. Επομένως ο Μάξιμος καθαρά προτείνει ένα τύπο εσχατολογικής υπηκοότητας (ή ίσως μεταφυσικής ιστορικότητας για να χρησιμοποιήσω το χαρακτηρισμό του Στέλιου Ράμφου στο πρόσφατο βιβλίο του Η Ελλάδα των Ονείρων) αναθεωρώντας τις Νεοπλατωνικές θέσεις για την ύπαρξη του κακού στον κόσμο, μια στάση που ριζώθηκε βαθιά στις ψυχές των πιστών. Κατά αυτόν τον τρόπο, χωρίς να αγνοώ τα άλλα παραδείγματα που συζητά ο Ράμφος και που παρουσιάζουν με τρόπο ρομαντικό τις ζωές των μαρτύρων, πιστεύω ότι ο Αγαθάγγελος του Θεόκλητου Πολυειδή του 18ου^ αιωνα που περιγράφει ως προφητεία ιστορικά γεγονότα από την άλωση της Πόλης και τα παρουσιάζει ως τιμωρία για τις αμαρτίες του έθνους μέχρι τη λύτρωση της Ελλάδας και του κόσμου στο πλαίσιο ενός θεϊκού σχεδίου δεν είναι παρα μια νεώτερη εκδοχή της εσχατολογικής έννοιας της υπηκοότητας στο Μάξιμου. Σήμερα συχνά μιλάμε για τους θανόντες στη Μικρασιατική Καταστροφή ως «νεομάρτυρες» και αναφερόμαστε στην επιστολή του Αρχιεπισκόπου Σμύρνης Χρυσόστομου στον Ελευθέριο Βενιζέλο στις 25 Αυγουστου του 1922 ως προφητική. Γράφει ο Μητροπολίτης: «ζήτημα είναι εάν όταν το παρόν μου γράμμα αναγινώσκεται υπό της Υμετέρας Εξοχότητος, αν ημείς πλέον υπάρχωμεν εν τη ζωή προοριζόμενοι –τις οίδε- κατ’ ανεξερευνήτους βουλάς της Θείας Προνοίας εις θυσίαν και μαρτύριον...» Ιδιαίτερα δημοφιλείς είναι οι λιγότερο λόγιες παραδόσεις όπως η προφητεία του Αγίου Σπυρίδωνα στην κυρά-Κουφίταινα της Νάξου το 1900, ή η προφητεία που αποδίδεται στο μοναχό Γεννάδιο, που γεννήθηκε το 1887 και πέθανε το 1983 διακηρύσσοντας πως αν δεν επιστρέψουμε στο δρόμο του Θεού, θα τιμωρηθούμε με νέα Τουρκική εισβολή. Και τότε ίσως πρέπει να αναλογιστούμε ποια ύστερη εποχή θέλουμε να αντιπροσωπεύουμε εμείς. Βιβλιογραφία Anagnostou-Laoutides, E. 2016. ‘Daphnis, Deus Pastoralis: the Trail of his Advent ,’ Giornale Italiano di Filologia 67, 43-88. Anagnostou-Laoutides, E. 2020. ‘The Tides of Virtue and Vice: Augustine’s Response to Stoic Herakles,’ in E. Stafford, A. Allan and E. Anagnostou-Laoutides (eds), Herakles Inside and Outside the Church , Leiden: Brill, 45-69. Anagnostou-Laoutides, E. 2022. ‘Beyond Human Reason: Baccheia and Theōria in Plato and Clement of Alexandria,’ Journal of Hellenic Religion 14, 1-55. Anagnostou-Laoutides, E. 2021. ‘Attuning to the Cosmos: the Ethical Man’s Mission from Plato to Petrarch,’ in C. Monagle (ed.), The Intellectual Dynamism of the High Middle Ages, A Festschrift in Honour of Professor Constant Mews , Amsterdam: Amsterdam University Press, 249-278. Bacchi, A.L. 2020. Uncovering Jewish Creativity in Book III of the Sibylline Oracles: Gender, Intertextuality, and Politics. Leiden: Brill. Curtis, L. 2015. ‘Explaining Exile: The Aetiological Poetics of Ovid, ‘Tristia 3,’’ Transactions of the American Philological Association 145.2, 411–444. Dajani, K.G. 2018. ‘Cultural Dislocation and Ego Functions: Some Considerations in the Analysis of Bi‐ cultural Patients,’ International Journal of Applied Psychoanalytic Studies 15.3: 16-28. Dillon, M. 2017. Omens and Oracles. Divination in Ancient Greece. London: Routledge. Gatti, J. 2016. ‘Dialogism and Syncretism: (Re)Definitions,’ Bakhtiniana: Revista de Estudos do Discurso 11: 62–81. Kalman, J. 2019. ‘Authorship, Attribution, and Authority: Jeremiah, Baruch, and the Rabbinic Interpretation of Lamentations,’ Hebrew Union College Annual 90: 27–87. Kramer, S.N. 1963. The Sumerians. Their History, Culture and Character. Chicago: University of Chicago Press.
Kramer, S.N. 1950. ‘Lamentation over the Destruction of Ur,’ in J.B. Pritchard (ed.), Ancient Near Eastern Texts Relating to the Old Testament , Princeton: Princeton University Press, 455-463. Lightfoot, J.L. 2007. The Sibylline Oracles: With Introduction, Translation, and Commentary on the First and Second Books. Oxford: Oxford University Press. Lijtmaer RM. 2022. ‘Social Trauma, Nostalgia and Mourning in the Immigration Experience,’ American Journal of Psychoanalysis 82.2: 305-319. Mander, P. 2016. ‘War in Mesopotamian Culture,’ in K. Ulanowski (ed.), The Religious Aspects of War in the Ancient Near East, Greece, and Rome , Leiden: Brill, 5–22. Moessner, D.P. 2016. Luke the Historian of Israel’s Legacy, Theologian of Israel’s ’Christ’: A New Reading of the ’Gospel Acts’ of Luke. Berlin: DeGruyter. Nissinen, M. 2017. Ancient Prophecy: Near Eastern, Biblical, and Greek Perspectives. Oxford: Oxford University Press. Papadopoulos, R.K. 2021. Involuntary Dislocation Home, Trauma, Resilience, and Adversity-Activated Development. London: Routledge. Parke, H.W. 1988. Sibyls and Sibylline Prophecy in Classical Antiquity , ed. B.C. McGing. New York: Routledge. Romney, J. 2019. ‘Political Identity and Space in Alcaeus 130b,’ Helios 46.1: 17-34. Santagelo, F. 2013. Divination, Prediction and the End of the Roman Republic. Cambridge: Cambridge University Press. Stoneman, R. 2011. Making the Gods Speak: the Ancient Oracles. Yale: Yale University Press. Στη φιλοσοφία πάλι, κυρίως στον Πλάτωνα, η ανθρώπινη κοινωνία οφείλει να αντικατοπτρίζει την κοσμική αρμονία όπως τη συνέλαβαν οι θεοί, τους οποίους πρέπει να έχουμε ως συμμάχους στη μάχη ενάντια στην αδικία και την ασέβεια ( Νόμοι 906a3-b4, δες Αναγνώστου-Λαουτίδη 2021 και 2022). Οι καταστροφές στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, αφορούν την επίγεια κατάστασή μας και όχι την διανοητική ή ψυχική μας υπόσταση, και γι’αυτό στόχος του ανθρώπου είναι να τις αντιμετωπίζει
-PE introduce book 3, the oldest and longest (829 verses). It has a strong Judaic character and could be written sometime from the second half of the 2nd century to second half of the first century BCE. It comprises a number of prophecies against the nations and predicts that God will intervene during the reign of the 7th king of Egypt. Beliar of Sebastenon – a hint to Nero? Nero is very much a recurrent theme in the oracles which again stresses the importance of leadership roles.
Gibbon, E.1776-1789. The History of the Decline and Fall of the Roman Empire. Strahan & Cadell, London. Jones, A.H.M. 1964. The Later Roman Empire, 284–602: A Social, Economic and Administrative Survey. Riegl, A. 1901. Late Roman Arts and Crafts. Marcone A. La Tarda Antichità e le sue periodizzazioni. RSI. 2000;112:318-334. Lizzi Testa R. (ed.) 2017. Late Antiquity in Contemporary Debate. Cambridge. Elsner J. The birth of Late Antiquity: Riegl and Strzygowski in 1901. Art History. 2002;25:358- Rebenich S. 2000. “Otto Seeck und die Notwendigkeit, Alte Geschichte zu lehren,” in W. Calder (ed.), Wilamowitz in Greifswald , Olms, 262-298. Rebenich S. 2012. “Late Antiquity in modern eyes,” in P. Rousseau (ed.), A Companion to Late Antiquity , Oxford, 77-92. Whittow, M. 1996. The Making of Orthodox Byzantium 600-1025. London. Croke, Br. 2010. “Reinventing Constantinople: Theodosius I’s imprint on the Imperial City,” in S. McGill, C. Sogno, and E.J. Watts (eds), From the Tetrarchs to the Theodosians , Cambridge, 241-264. Haldon, JF. 1990. Byzantium in the Seventh Century: The Transformation of a Culture. Cambridge. Inglebert H., Destephen S., and Dumézil B. (eds). 2010. Le Problème de la Christianisation du Monde Antique. Paris. Inglebert H., Destephen S., and Dumézil B. (eds). 2018. Le Prince Chrètien. De Constantin Aux Royautés Barbares (IVe-VIIIe siècle). Paris. Fowden G. Abraham und Aristotle in dialogue. In: Schmidtke S, editor. Near and Middle Eastern Studies. Piscataway: Institute for Advanced Study, Princeton; 2018. pp. 173- Jaffé D. Studies in Rabbinic Judaism and Early Christianity: Text and Context. Leiden; 2010 Koltun-Fromm N. Defining sacred boundaries: Jewish-Christians relations. In: Rousseau P, editor. A Companion to Late Antiquity. Oxford; 2012. pp. 556- Cameron A. 2002. “The long ‘Late Antiquity:’ A late twentieth century model,” in T.P. Wiseman (ed.), Classics in Progress. Essays on Ancient Greece and Rome , Oxford, 165-191. Gwynn DM, editor. A.H.M. Jones and the Later Roman Empire. Leiden; 2008 Esplosione di tardoantico. Studi Storici 40. 1999. pp. 157-180; Cameron Av. editor. Explosion of Late Antiquity. In: Late Antiquity on the Eve of Islam. Abingdon, New York; 2013 Marcone A. 2008. “A long Late Antiquity: Considerations on a controversial periodization,” Journal of Late Antiquity 1: 4-19. Rousseau P, editor. A Companion to Late Antiquity. Oxford; 2012 Cambridge, MA; 2017; See also his other two books. The Throne of Adulis: Red Sea Wars on the Eve of Islam. Oxford; 2013; Empires in Collision in Late Antiquity. Waltham, MA; 2012 Donner F. Muhammad and the Believers: At the Origins of Islam. Cambridge, MA; 2012